Greenpeace: Θερμικές παγίδες τα σπίτια μας το καλοκαίρι
Τι αναφέρεται σε μελέτη της Greenpeace και του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου για την κατάσταση των κατοικιών στην Ελλάδα.
Η στεγαστική κρίση έχει για τα καλά εγκαθιδρυθεί στη χώρα. Τα ενοίκια για στέγαση ολοένα και αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, με καταστάσεις όπου το μηνιαίο μίσθωμα για μια μικρή γκαρσονιέρα στοιχίζει παραπάνω από τον μισό κατώτατο μισθό να είναι αρκετά συνήθεις, αν όχι ο κανόνας πια. Την ίδια στιγμή μεγάλο μέρος των διαμερισμάτων που διατίθενται στην αγορά έχουν παράλληλα και αναντίστοιχα χαρακτηριστικά ως προς την υψηλή τιμή τους, καθότι είναι παλαιά, χωρίς να έχουν ανακαινιστεί επί χρόνια, με φθορές και δυσλειτουργίες.
Σε αυτό το σκηνικό έρχεται να προστεθεί και το γεγονός πως η πλειοψηφία των σπιτιών στη χώρα φαίνεται ότι αποτελούν θερμικές παγίδες το καλοκαίρι, σύμφωνα με μελέτη της Greenpeace και του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου που ήρθε στη δημοσιότητα.
Η μελέτη με τίτλο «Κατοικίες σε κλιματική κρίση: Η θερινή ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα» πραγματοποιήθηκε συλλέγοντας στοιχεία για 29 κατοικίες σε έξι διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της χώρας και κατέγραψε για πρώτη φορά τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης. Πρόκειται για τις περιοχές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας, της Καλαμπάκας, των Ηράκλειου και Χανίων, της Κοζάνης και της Πάτρας, με την έρευνα να καλύπτει κατά αυτόν τον τρόπο όλες τις κλιματικές ζώνες της χώρας, όπως και διαφορετικές τυπολογίες κτιρίων και επιπέδων ενεργειακής απόδοσης. Οι μετρήσεις, δε, γίνονταν συνεχώς σε κάθε κατοικία καθ’ όλο το διάστημα της έρευνας.
Επικίνδυνη θερμική επιβάρυνση
Όπως σημειώνεται από την έκθεση, «το μεγαλύτερο μέρος του κτιριακού αποθέματος στη χώρα είναι παλιό, κατασκευασμένο πριν από τη θέσπιση σύγχρονων απαιτήσεων θερμικής προστασίας, σε μια περίοδο όπου η θερμική προστασία των κτιρίων δεν αποτελούσε κάποια βασική παράμετρο σχεδιασμού». Το γεγονός αυτό μαζί με τον παράγοντα της κλιματικής κρίσης που έχει προκαλέσει τη ραγδαία αύξηση της θερμοκρασίας και την παρατεταμένη διάρκεια των καυσώνων, δημιουργούν έναν εκρηκτικό συνδυασμό οδηγώντας στην έντονη επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης εντός των σπιτιών μας.
Η θερμική αυτή επιβάρυνση εντός της οικίας μας δεν σημαίνει απλώς πως το κόστος της ενέργειας για τις ανάγκες ψύξης αυξάνεται δραματικά και καθίσταται δυσβάσταχτο για τα νοικοκυριά (ιδίως αν ληφθούν υπόψιν και οι γεωπολιτικές αναταράξεις που οδηγούν στην άνοδο των τιμών ενέργειας). Σημαίνει ταυτόχρονα, όπως διατυπώνεται στην έρευνα, πως η κατοικία μας μετατρέπεται από έναν χώρο ξεκούρασης και προστασίας από τις εξωτερικές συνθήκες σε μία «θερμική παγίδα».
Επισημαίνεται πως η συνεχής έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη, καθώς «επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου, την καθημερινότητά των ενοίκων, την εργασία και τη συγκέντρωση, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τους κινδύνους για τη σωματική υγεία, ιδίως για ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα με υποκείμενα νοσήματα, καθώς και την ψυχική υγεία», σύμφωνα με τη μελέτη της Greenpeace.
Τα ανησυχητικά αποτελέσματα της έρευνας
Τα αποτελέσματα της έρευνας, όπως τονίζεται από την Greenpeace, είναι σαφή και ανησυχητικά.
Τα βασικά εξ αυτών αφορούν στα εξής:
- Στη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 28–31°C, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις φτάνουν τους 34–38°C, πολύ πάνω από το όριο θερμικής άνεσης των 25°C.
- Στις αμόνωτες κατοικίες, οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν συχνά πάνω από 28–30°C ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
- Πολλά νοικοκυριά περιορίζουν τη χρήση κλιματισμού επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσής τους.
- Οι αμόνωτες κατοικίες, οι οποίες αποτελούν την πλειονότητα του ελληνικού κτιριακού αποθέματος, αναδεικνύονται ως η πλέον ευάλωτη κατηγορία απέναντι στους καύσωνες.
- Η προσαρμογή των κατοικιών στην κλιματική κρίση δεν μπορεί να βασιστεί ούτε σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, ούτε στην ολοένα μεγαλύτερη χρήση κλιματιστικών. Απαιτούνται ολοκληρωμένες και καλά σχεδιασμένες ανακαινίσεις.
Το πιο απαισιόδοξο στοιχείο ίσως είναι πως, σύμφωνα με την έκθεση, ακόμα και οι κατοικίες «που έχουν υποστεί ήπιας κλίμακας ενεργειακές παρεμβάσεις εμφανίζουν μόνο μερική βελτίωση, ενώ συχνά καταγράφουν εξίσου υψηλές μέγιστες θερμοκρασίες με τις αμόνωτες κατοικίες». Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη να υπάρξει σχεδιασμός και στήριξη των νοικοκυριών προκειμένου να μπορέσουν να υλοποιήσουν σημαντικές ενεργειακές παρεμβάσεις.
Συμπερασματικά, όπως υπογραμμίζεται από τη μελέτη, «τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η ευαλωτότητα απέναντι στις υψηλές θερμοκρασίες δεν αφορά μόνο μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, αλλά είναι δομικά ενσωματωμένη στο υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα της χώρας. Η αντιμετώπιση της θερινής ενεργειακής φτώχειας απαιτεί συνεπώς συστηματικές, μαζικές και στοχευμένες παρεμβάσεις».
Προτεινόμενα μέτρα
Η υπάρχουσα πολιτική για την αντιμετώπιση του ζητήματος, όπως πχ το πρόγραμμα «Εξοικονομώ», κρίνεται από τους ερευνητές πως δεν επαρκεί, καθώς «εξακολουθεί να δίνει έμφαση σε περιορισμένου βάθους παρεμβάσεις, με ανεπαρκή αποτελέσματα ως προς τη βελτίωση της θερμικής συμπεριφοράς των κατοικιών και την ουσιαστική αντιμετώπιση της χειμερινής και θερινής ενεργειακής φτώχειας».
Οι ίδιοι προσθέτουν πως η πρόοδος στον στρατηγικό σχεδιασμό παραμένει αργή, καθώς «κατά τον χρόνο συγγραφής της παρούσας μελέτης, η Ελλάδα δεν είχε ακόμη καταθέσει το προσχέδιο του Εθνικού Σχεδίου Ανακαίνισης Κτιρίων», παρότι η σχετική προθεσμία από την ΕΕ έχει λήξει από τα τέλη του 2025 και η χώρα έχει δεχθεί προειδοποιητική επιστολή από την Κομισιόν.
Η μελέτη, λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα παραπάνω, κατέληξε στις εξής προτάσεις προκειμένου τα σπίτια να ξαναγίνουν χώροι ασφάλειας και ευχαρίστησης:
- Μειώσεις στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, ενίσχυση της πρόσβασης στην αυτοπαραγωγή και τις ενεργειακές κοινότητες, για μείωση του κόστους.
- Απαγόρευση διακοπών ρεύματος τους κρίσιμους μήνες (Ιούλιο – Αύγουστο), αυτόματη ενεργοποίηση μέτρων σε περιόδους ακραίων θερμοκρασιών και επανεξέταση των υφιστάμενων ορίων κατανάλωσης για τις διαφορετικές κατηγορίες ευάλωτων πελατών.
- Αναμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου (ΚΕΝΑΚ) και αυστηρότερες απαιτήσεις για το κέλυφος των κτιρίων.
- Προτεραιότητα στις ριζικές ανακαινίσεις, με έμφαση στο κέλυφος σε επίπεδο κτιρίου και όχι μεμονωμένων διαμερισμάτων.
- Προτεραιοποίηση των κτιρίων με τις χειρότερες επιδόσεις.
- Ενίσχυση της πρόσβασης των ευάλωτων ομάδων σε προγράμματα ανακαίνισης, μέσω πλήρους κάλυψης κόστους.
- Ανάληψη πιο ενεργού ρόλου από το Δημόσιο, όχι μόνο ως χρηματοδότη, αλλά και ως στρατηγικού συντονιστή της αγοράς ανακαινίσεων.
- Ενίσχυση των μηχανισμών παρακολούθησης και αξιολόγησης των πραγματικών συνθηκών διαβίωσης.